Η γιαγιά μου έλεγε: είδες γέρο τρελό; Ε, ήταν απ’ τα νιάτα του. Έτσι λοιπόν και εγώ στα νιάτα μου, με μια σφεντόνα στην κωλότσεπη καμωμένη από ξύλο ελιάς, σύρμα, λάστιχο και ένα κομμάτι δέρμα. Την σφεντόνα αυτή, μου την είχε δώσει ο θείος μου ο Μανώλης. Ο θείος Μανώλης ήταν δεινός ψαράς. Μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, το γεγονός ότι τα μεσημέρια που γύριζε σπίτι, από την δουλειά, έφερνε διάφορα πράγματα όπως χόρτα, μανιτάρια, σκοτωμένα πουλάκια, ψάρια κ,λ,π. Εγώ τότε ήμουν δεν ήμουν έξη ετών. Καθόμουν και τον κοίταγα με τις ώρες, να καθαρίζει τα σπουργίτια, τους συκοφάγους και άλλα θύματα της αμείλικτης σφενδόνης του. Τα τηγάνιζε με βούτυρο σε ένα μικρό χάλκινο σαγανάκι και ύστερα έκανε ομελέτα με αυγά και με τα συκωτάκια από τα πουλάκια. Μεζές απίθανος οφείλω να ομολογήσω. Εντυπωσιασμένος από τα κατορθώματα του θείου μου, του ζητάω να μου φτιάξει μια σφεντόνα. Ε, μετά από 4-5 ημέρες ήταν έτοιμη. Το ίδιο και εγώ. ΟΙ μόνοι που δεν ήταν έτοιμοι, ήταν οι γείτονες, οι γονείς μου και ο πισινός μου. Το τι τζάμι έσπασα, το τι ξύλο άρπαξα και το τι όνομα απόκτησα στην γειτονιά….ε, δεν λέγεται. Άσε που η σκοποβολή με την σφεντόνα με βοήθησε να γίνω πιο υπεύθυνος. Κάθε φορά που έσπαγε κάποιο τζάμι, ρωτούσαν ποιος είναι ο υπεύθυνος; Ο Σωτήρης της κυρα-Στέλλας, ερχόνταν αμέσως η απάντηση. Οι νυχτερινοί φανοστάτες τότε αποτελούνταν από ένα στρογγυλό στεφάνι ελαφρά κωνικό και κοίλο και ένα βιδωτό γλόμπο στην μέση. Αρκούσε να χτυπήσεις σε κάποιο σημείο το στεφάνι. Λόγω κατασκευής η πέτρα έκανε πάντα σπόντα και έσπαγε τον γλόμπο. Αυτή την σφεντόνα την βρήκα στα είκοσι μου παραπεταμένη κάπου στο πατρικό μου. Τότε έβγαινα με μια κοπελιά και τα βράδια προσπαθούσαμε να βρούμε κάποιο πάρκο λίγο σκοτεινό λίγο απόμερο…ξέρετε τώρα. Την ημέρα λοιπόν που ξαναβρήκα την σφεντόνα, την πήρα μαζί μου. Πήρα το κορίτσι και πήγαμε για σουβλάκι και πίτσι πίτσι. Κάτσαμε στο πάρκο και αφού περιποιηθήκαμε τους σούβλακους ε, την πήρα αγκαλιά και παω να την φιλήσω. Τι κάνεις εκεί; μου λέει. Μας βλέπουνε. Σηκώνομαι τότε εγώ, βγάζω την σφεντόνα, βάζω ένα χαλίκι και πάει ο φανοστάτης του δήμου. Μετά μάλλον λόγω σκότους, πριν την φιλήσω έφαγα άλλο ένα σουβλάκι στα σκοτεινά. Ευκαιρία είναι είπα, μιας και δεν με βλέπει κανείς. Τώρα που τα γράφω αυτά, μου ήρθε στον νου κάτι που είχα διαβάσει στον Δόκτωρα Ζιβάγκο. Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Μπορίς Παστερνάκ. Ένας πολύ σπουδαίος συγγραφέας, διανοητής και φυσικά άνθρωπος. Ο Παστερνάκ λέει ότι ο άνθρωπος γεννιέται μέσα στην ιστορία. Και έχει δίκιο. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζεις το παρελθόν σου και να μπορείς να ζήσεις εκεί που έζησαν οι πρόγονοι σου. Να λες στα παιδιά σου, ότι εδώ κάτω από αυτόν τον πλάτανο, ο πατέρας σου περίμενε την μητέρα σου να σχολάσει από την δουλειά για να την συνοδέψει σπίτι. Η Ρωσία έχει προσφέρει πολλά στον παγκόσμιο πολιτισμό με ανθρώπους όπως ο Τολστόι, ο Τουργκένιεφ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ντέιβιντ Όιστραχ, ο Μουζόρσκι, ο Τσαικόφσκι, ο Σεργκέι Προκόφιεφ και άλλοι πολλοί.
Η σημερινή Μεταμόρφωση, παλιά λεγόνταν Κουκουβάουνες. Μάλλον πήρε το όνομα από τις πολλές κουκουβάγιες που ζούσαν εκεί. Η Αττική ήταν γεμάτη από κουκουβάγιες (γλαύκες). Μάλιστα στην Αρχαία Αθήνα, αν κάποιος έλεγε κάτι το οποίο ήταν ήδη γνωστό, έλεγαν ότι: κομίζει γλαύκα ες Αθήνας. Εκεί ένας θείος του πατέρα μου, Σωτήρης λεγόνταν και αυτός, είχε ένα καπηλειό. Φτιαγμένο από τάβλες ξύλινες και καλάμια βρισκόνταν στην μέση ενός μικρού κτήματος. Ο θείος Σωτήρης είχε ένα αεροβόλο και τα μεσημέρια έβγαινε στο κτήμα και χτύπαγε κοτσυφάκια, μελισουργούς, τσόνια, τα έβαζε σε ένα ταψί και τα έκανε με ρύζι και ντομάτα την γνωστή μανέστρα. Πάνω σε μια τεράστια στόφα έψηνε ένα σωρό μεζεκλίκια. Τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα, μετά τις δώδεκα έρχονταν ένα σωρό κόσμος στο κουτούκι του θείου. Ταξιτζήδες, ξενύχτηδες, χαρτοπαίκτες, ότι μπορείς να φανταστείς. Ραδιόφωνο, ρεμπέτικα και λαικά, Άσσος σκέτος, Σαντέ, και του κόσμου ούλου οι συζητήσεις. Ο θείος δεν ζει πια. Οι Κουκουβάουνες τώρα λέγονται Μεταμόρφωση. Η Μαγκουφάνα όπου για πρώτη φορά πυροβόλησα με αληθινό ντουφέκι, χτύπησα το πρώτο μου κοτσύφι και πέτυχα τον πρώτο μου στόχο ένα κεραμίδι, τώρα λέγεται Πεύκη. Την σφεντόνα δεν την έχω πια. Δεν έχει σημασία, το ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ζουν τώρα μαζί μας . Δεν έχει σημασία το ότι δεν ακούμε πια τις ιστορίες τους. Ούτε και τις περίεργες λέξεις που χρησιμοποιούσαν, για να μας δείξουν ότι τελικά οι απλοί άνθρωποι είναι που έχουν μια πολύ ιδιαίτερη σχέση, μια ειλικρινή και μοναδική επαφή με τα έμψυχα αλλά και με τα άψυχα .Δεν είναι το ότι όλα αυτά τα μέρη δεν υπάρχουν πια. Μάλλον είναι το ότι αυτό που αποκαλούμε πρόοδο δεν επιτρέπει πια, ούτε κουτούκια, ούτε γονείς, ούτε φίλους, ούτε θείους σαν τον θείο Μανώλη, Χρήστο, Τάκη, Γιώργο, Γιάννη, Θεία Μαρία, Θεία Ελένη, γιαγιά Κωνσταντίνα, παππού Βασίλη…………………………………….. Μάλλον είναι που ντρέπομαι για την γενιά μου, για μένα τον ίδιο, γι’αυτό που δανείστηκα από τα παιδιά μου και γι’ αυτό που θα τους το επιστρέψω λειψό. Και όλες αυτές είναι ιστορίες ανθρώπινες. Ιστορίες αληθινές με περίεργους χαρακτήρες, φιγούρες βγαλμένες από τον μπερντέ του καραγκιόζη, την πέννα του Σουρή, του Ελύτη, του Παπαδιαμάντη, ιστορίες με ανθρώπους που είχαν ταυτότητα, ληξιαρχική πράξη γέννησης και θανάτου, ίσως κάποιο χρυσό δόντι που φάνταζε παράξενο στα παιδικά μας μάτια, μακρύ νύχι στο μικρό δάχτυλο του χεριού, και που πάντα μέσα σε αυτές τις ιστορίες, σε μια γωνιά ενός σπιτιού, μιας παράγκας ερειπωμένης στο χωριό, ενός κουτουκιού…. ναι εκεί σε μια γωνιά πάντα βρίσκεται ένα σκουριασμένο αεροβόλο, μια σφεντόνα, το χαλασμένο δίκαννο του παππού, που περιμένουν αγόγγυστα, να τα ανασύρεις από το ρεύμα του χρόνου, να τα αγαπήσεις ξανά, να τα αναστήσεις και να σε βοηθήσουν να πεις και εσύ με την σειρά σου τις δικές σου (σας) ιστορίες, σε παιδιά ανίψια εγγόνια και φίλους. Γιατί πώς να το κάνουμε, εμείς οι άνθρωποι γεννιόμαστε μέσα στην ιστορία, γιατί εμείς οι άνθρωποι είμαστε η Ιστορία. Και ίσως γι’ αυτό τελικά να είμαστε αθάνατοι. Γιατί όταν μια σταγόνα νερό πέφτει μέσα στον ωκεανό δεν χάνεται. Γίνεται η ίδια ένας ωκεανός ολάκερος.